Η Δολοφονία της Τριανταφυλλιάς (Φιλιώς) Αντωνιάδου στη Βλάστη

Δεν υπάρχει τίποτε πιο τραγικό για έναν γονιό, απ’ το να χάνει το παιδί του. Όταν δε πέσει θύμα εγκληματικής ενέργειας, ο διακαής πόθος για την τιμωρία του δράστη, και δικαίωση της μνήμης γίνεται αυτοσκοπός. Πώς όμως μπορεί να δικαιωθεί το θύμα, όταν ο δράστης γλιτώνει και το έγκλημα παραμένει ατιμώρητο; Η υπόθεση δολοφονίας της Τριανταφυλλιάς ή Φιλιώς Αντωνιάδου στη Βλάστη, είναι μία τέτοια υπόθεση, όπου ο δράστης παρέμεινε ατιμώρητος, ή μάλλον «ασύλληπτος» επίσημα, καθώς ο βασικός κατηγορούμενος μέσα από μία σειρά δικών απαλλάχτηκε…

Ή 15χρονη Τριανταφυλλιά (Φιλιώ) Αντωνιάδου παραθέριζε τους θερινούς μήνες με τους γονείς της, στη Βλάστη όπου διατηρούσε η οικογένεια εξοχική κατοικία. Το πρωί του Σαββάτου 3 Ιουλίου 2004, η Φιλιώ είχε πάει μαζί με την  θεία της και τις ξαδέρφες της για μπάνιο και επέστρεψαν στη Βλάστη το απόγευμα της Κυριακής 4 Ιουλίου.

Μόλις έφτασαν στη Βλάστη, ενώ η μητέρα της Φιλιώς μαζί με την θεία της, άρχισαν τα τακτοποιούν τα πράγματα, τα κορίτσια άρχισαν να ετοιμάζονται για να βγουν στην πλατεία της Βλάστης, όπου θα συναντούσαν τις φίλες τους και θα έβλεπαν τον τελικό ποδοσφαιρικό αγώνα για το Ευρωπαϊκό κύπελο μεταξύ Ελλάδος και Ισπανίας.

Προτού προλάβει να ετοιμαστεί η Φιλιώ, οι κολλητές της φίλες είχαν ήδη έλθει για να την πάρουν, όμως επειδή αργούσε γιατί έψαχνε τα σταράκια της, η μητέρα της είπε στις φίλες της να φύγουν και η Φιλιώ θα τις συναντούσε στην πλατεία αργότερα. Κατόπιν μπήκε στο σπίτι και είδε την Φιλιώ να κατεβαίνει τις σκάλες φορώντας ένα παντελόνι τζιν της φίλης της.

Η μητέρας της την μάλωσε και της είπε να αλλάξει παντελόνι, γιατί αυτό που φορούσε ήταν ξένο και το είχε πλύνει και ετοιμάσει να το δώσει πίσω. Το κορίτσι αντέδρασε, και μεταξύ κόρης και μάνας ακολούθησε έντονη αντιπαράθεση. Το περιστατικό αυτό χάλασε την διάθεση της Φιλιώς η οποία στη συνέχεια αρνήθηκε να βγει από το σπίτι, παρά τις παρακλήσεις της μητέρας της και της θείας της.

Ανέβηκε στον επάνω όροφο του σπιτιού, όπου παρέμεινε ντυμένη και ξαπλωμένη στο δωμάτιο, διαβάζοντας ένα βιβλίο της Σαρρή μέχρι τα μεσάνυχτα της Κυριακής. Περίπου στις 23.55 της Κυριακής, χωρίς να την αντιληφθούν η μητέρα της, η θεία της και η γιαγιά της, που παρακολουθούσαν στην τηλεόραση τους πανηγυρισμούς για την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού κυπέλου, η Φιλιώ βγήκε από το σπίτι.

Η εξαφάνιση

Η Φιλιώ, μετά την έξοδο της δεν επέστρεψε εκείνο το βράδυ στο σπίτι. Οι γονείς της δεν ανησύχησαν καθώς υπέθεσαν ότι θα κοιμούνταν όπως είχε κάνει και άλλες φορές, στο σπίτι κάποιας φίλης της.

Την επόμενη ημέρα το κορίτσι αναζητήθηκε αρχικά από τους γονείς, τους φίλους και τους συγγενείς της, ενώ αργότερα συνέβαλαν στην αναζήτηση της και οι συγχωριανοί, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Οι ανήσυχοι γονείς, με την αγωνία τους για την τύχη της Φιλιώς να κορυφώνεται, δήλωσαν την εξαφάνιση στην Αστυνομία η οποία άρχισε άμεσα έρευνες για τον εντοπισμό της.

Οι φίλες της Φιλιώς ανέφεραν στους αστυνομικούς ότι εκείνο το βράδυ, ενώ είχαν συνεννοηθεί να βρεθούνε, η Φιλιώ δεν εμφανίστηκε.  Η τελευταία μαρτυρία που αναφερόταν στις κινήσεις του κοριτσιού το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήρθε από μία φίλη της, την Ζωή Σ. η οποία βρισκόταν στην Αθήνα με την οποία μιλήσανε τηλεφωνικά, όμως από την συνομιλία τους, δεν προέκυψε το που βρισκόταν, η προς τα που κατευθυνόταν.

Κατά την διάρκεια της έρευνας της Ασφάλειας και την διαδικασία συγκέντρωσης καταθέσεων οι ερευνητές της υπόθεσης δέχτηκαν ανώνυμο τηλέφωνο το οποίο υποδείκνυε την εμπλοκή ενός άντρα, του Ηλία Ζ, στην υπόθεση της εξαφάνισης της 15χρονης τον οποίο προσήγαγαν στις 6 Ιουλίου 2004 για κατάθεση στην Ασφάλεια.

Ο Ηλίας Ζ, ερωτηθείς σχετικά για το πού βρισκόταν ο ίδιος την επίμαχη ημέρα της εξαφάνισης της 15χρονης και την επόμενη ημέρα, απάντησε πως το βράδυ της Κυριακής (4/7) βρισκόταν στην καφετέρια όπου είδε τον ποδοσφαιρικό αγώνα, και στις 00.30 επέστρεψε στο σπίτι του αδελφού του όπου κοιμήθηκε.  Το μεσημέρι της επόμενης ημέρας την Δευτέρα (5/7), βρισκόταν με τη μητέρα του όπου πέρασε μαζί της όλη την ημέρα, ενώ το βράδυ κατέβηκε στην Βλάστη όπου κοιμήθηκε πάλι στο σπίτι του αδελφού του. Αναφερόμενος στην Φιλιώ, δήλωσε ότι δεν την γνώριζε καθόλου.

Ο εντοπισμός της Φιλιώς

Οι άντρες της Ασφάλειας που ασχολούνταν με την υπόθεση είχαν στο στο μυαλό τους δύο σενάρια. Το πρώτο σενάριο ήταν αυτό του ατυχήματος, με τη άτυχη μαθήτρια να έπεσε θύμα τροχαίου και στη συνέχεια να εγκαταλείφθηκε και το δεύτερο, η 15χρονη να έπεσε θύμα εγκληματικής ενέργειας.

Το πρωί της Τετάρτης 7 Ιουλίου 2004 ειδοποιήθηκε η αστυνομία ότι ένας Αλβανός Βοσκός που είχε στην δούλεψη του ο κτηνοτρόφος Δημήτρης Γ. βρήκε στην δασική περιοχή «Μουρικίου» της Κοινότητας Βλάστης το άψυχο σώμα μίας νεαρής κοπέλας, το οποίο ανήκε κατά πάσα πιθανότητα στην 15χρονη που αναζητούσαν επί μέρες.

Στον τόπο του εγκλήματος αφίχθη ειδικό συνεργείο της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος [ΥΕΕΒΕ], μαζί με τον αρμόδιο Ιατροδικαστή Υπηρεσίας για την διενέργεια της αυτοψίας.

Περίπου 2,5 χιλιόμετρα πριν από τη Βλάστη, σε μία στροφή  της παλαιάς επαρχιακής οδού Αναρράχης – Βλάστης το σημείο εκείνο ήταν χωμάτινο και ελαφρώς επιστρωμένο με υποτυπώδες αμμοχάλικο. Στην μέση του δρόμου, βρισκόταν μια ματωμένη πέτρα και σε απόσταση ενός μέτρου από το χαντάκι απορροής ομβρίων υδάτων, βρέθηκε μια κηλίδα αίματος. Σε απόσταση μισού μέτρου περίπου υπήρχε μία τσιμεντένια  «φωλιά» από την οποία είχε έλλειπε ένα τμήμα της που ταίριαζε με την ματωμένη πέτρα που βρέθηκε στο δρόμο. Μόλις οι έμπειροι άντρες του εγκληματολογικού αντίκρισαν τα πρώτα στοιχεία στον χώρο η εκδοχή του ατυχήματος εξανεμίστηκε.

Σε απόσταση περίπου 6 μέτρων από το σημείο, υπήρχε ένα ανάχωμα καλυμμένο με πυκνά χόρτα και βλάστηση τα οποία είχαν πάνω στα φύλλα κηλίδες αίματος, εκ των οποίων η μία ήταν αρκετά μεγάλη. Σε απόσταση μισού μέτρου από την κηλίδα, βρέθηκε το άψυχο σώμα της Φιλιώς.

Οι άντρες της Ασφάλειας αφού εξερεύνησαν, φωτογράφησαν το χώρο, συνέλεξαν τα διάφορα πειστήρια (πέτρες με αίμα, πλαστικό καπάκι με αίμα, χώμα με αίμα), εστάλησαν για εξέταση στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών (ΔΕΕ).

Έγκλημα

Το σώμα βρισκόταν τοποθετημένο επάνω σε φύλλα, σε πλάγια δεξιά θέση με το πρόσωπο στραμμένο προς τον δρόμο. Το θύμα φορούσε ένα λευκό βαμβακερό μπλουζάκι με κόκκινες ρίγες στα πλάγια, και πάνω απ’ αυτό ένα μακρυμάνικο λευκό μπλουζάκι, τα οποία ήταν και τα δύο ματωμένα. Το σκούρο γκρι πετροπλυμμένο μπλουτζίν της ήταν ξεκούμπωτο, ενώ στο ύψος του αριστερού μηρού έφερε τρία σημεία ποτισμένα με αίμα.

Στο εμπρόσθιο μέρος του κεφαλιού της πάνω από το φρύδι έφερε ένα βαθύ τραύμα, το οποίο προκάλεσε αιμορραγία, με αποτέλεσμα να καλυφθεί ολόκληρο το πρόσωπο της με αίμα και να σχηματίσει μια λίμνη αίματος κάτω από το κεφάλι της.

Σε απόσταση 40 εκατοστών από το δεξί πάνω μέρος της κεφαλής,  βρέθηκε μικρή λίμνη με αποξηραμένο αίμα. Αριστερά αυτής, σε ευθεία σχεδόν γραμμή προς το ανάχωμα, εντός της συστάδας χόρτων βρέθηκε μία ματωμένη πέτρα, της οποίας η γωνία που σχημάτιζε, έφερε λίγα ίχνη αίματος. Όταν ο Ιατροδικαστής πήγε να την συλλέξει ως στοιχείο για να την στείλει στα εργαστήρια, διαπιστώθηκε πως η κάτω όψη της έφερε μεγάλη κηλίδα αίματος, που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της, γεγονός που οδήγησε τους Αστυνομικούς στο συμπέρασμα ότι έχουν στα χέρια τους το όπλο του εγκλήματος. Η πέτρα αυτή ταίριαζε απόλυτα στην προαναφερόμενη «φωλιά», απ’ όπου την είχε αποκολλήσει ο δράστης και, με αυτήν κατάφερε το χτύπημα στο κεφάλι του άτυχου κοριτσιού και στη συνέχεια την πέταξε αριστερά του εντός της πυκνής συστάδας χόρτων.

Ιατροδικαστής

Από την Ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη προέκυψε ότι το θύμα έφερε βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, προκληθείσα δια θλώντος οργάνου, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατός της 15χρονης, διότι τα εμπιεστικά, συντριπτικά κατάγματα του κρανίου δήλωναν παρουσία κακώσεων του κρανίου της.

Ο χρόνος θανάτου ήταν συμβατός με το χρόνο εξαφάνισης, δηλαδή 48ώρες πριν από την ημέρα της ανακάλυψης της σορού. Όλα τα στοιχεία, η κατάσταση των ενδυμάτων του θύματος (ξεκούμπωτα κουμπιά παντελονιού), η παρουσία εκδορών στον πρόδρομο του κόλπου σε συνδυασμό με την παρουσία εκχυμώσεως των μαλακών μορίων στην έσω επιφάνεια του αριστερού μηρού, ενίσχυαν το ενδεχόμενο της εγκληματικής ενέργειας η οποία είχε σεξουαλικό κίνητρο.

Στο νεκροτομείο ελήφθησαν δείγματα από διάφορα όργανα του σώματος της θανούσας (πνευμόνια, συκώτι, νεφρό κλπ), που εστάλησαν στο Εργαστήριο της Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών για τις ιστοπαθολογικές και τοξικολογικές εξετάσεις. Το ίδιο έγινε και με τα βιολογικά υλικά (κολπικό και πρωκτικό υγρό, τρίχες κεφαλής και εφηβαίου, αίμα, τμήμα δέρματος κλπ), που εστάλησαν για την ανίχνευση βιολογικών υλικών (σπέρμα, αίμα, τρίχες) στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών (ΔΕΕ). Από τις σχετικές εξετάσεις δεν προέκυψε κάτι συγκεκριμένο με το περιστατικό.

Οι έρευνες

Οι έμπειροι αξιωματικοί της Ασφάλειας άρχισαν έναν καινούργιο κύκλο ερευνών εντείνοντας τις προσπάθειες για την διαλεύκανση της υπόθεσης, εστιάζοντας αρχικά στον στενό κύκλο της 15χρονης και αλλά και όσων γνώριζαν την οικογένεια. Από τις έρευνες αυτές δεν προέκυψε κάποιο ιδιαίτερο στοιχείο που να τους οδηγεί σε συγκεκριμένο πρόσωπο του φιλικού της περιβάλλοντος. Με τις φίλες της δεν συναντήθηκε ποτέ, και δεν προέκυψε να εθεάθη μόνη, ή με παρέα, όμως  μέσα από την έρευνα προέκυψαν «ενδείξεις» που τοποθέτησαν στο «κάδρο των υπόπτων» δύο πρόσωπα, τον Ηλία Ζ και τον 31χρονο Παναγιώτη Μπ.

Δύο μέρες μετά την ανακάλυψη του πτώματος της Φιλιώς, στις 8 Ιουλίου 2004 o Ηλίας Ζ κλήθηκε εκ νέου στην Ασφάλεια για συμπληρωματική κατάθεση. Παρά τις «πιεστικές» ερωτήσεις του Διοικητή της Ασφάλειας, απέκρυψε κάθε αναφορά σε σχέση με το έγκλημα. Την επόμενη ημέρα 9 Ιουλίου, κλήθηκε για νέα συμπληρωματική κατάθεση, όπου και πάλι αρνήθηκε επίμονα να αναφέρει ό,τι γνώριζε οτιδήποτε που να έχει σχέση με την ανθρωποκτονία.

Όπως αναφέρει το χαρακτηριστικό απόσπασμα από τη δεύτερη προανακριτική του κατάθεση δήλωσε επί λέξη «Κατά την παραμονή μου στη Βλάστη, από το μεσημέρι που πήγα, έως το βράδυ που έφυγα, καθώς και κατά τη διαδρομή μου Αναρράχης – Βλάστης την οποία  όπως προανέφερα, έκανα τρεις φορές δεν είδα την κοπέλα (Φιλιώ). Επίσης επιθυμώ να επαναλάβω ότι την Φιλιώ  δεν την γνωρίζω, ούτε θυμάμαι να την έχω δει, παρά μόνο στη φωτογραφία που μου έδειξαν στο Τμήμα Ασφάλειας, γι’ αυτό κι αν έτυχε να συναντηθούμε καμιά φορά στη Βλάστη, μου ήταν αδύνατον να την προσέξω…».

Από ύποπτος μάρτυρας κατηγορίας…

Στις 5 Ιανουαρίου 2005 ο Ηλίας Ζ κλήθηκε εκ νέου στην Ασφάλεια να καταθέσει σχετικά με την υπόθεση, μόνο που αυτή τη φορά, τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του, ανέτρεψαν ολόκληρο το μέχρι τότε διαμορφωθέν «σκηνικό».

Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι την μοιραία μέρα μετά την λήξη του αγώνα την στιγμή που έφυγε από την καφετέρια, οδηγώντας, συνάντησε το αυτοκίνητο μάρκας Rover 414 με οδηγό τον Παναγιώτη Μ. το οποίο προπορευόταν μπροστά. Ανέφερε ότι παρατήρησε κάποιες κινήσεις στη θέση του συνοδηγού, όπου συμπέρανε ότι υπήρχε κάποιο άτομο, χωρίς να το ξεχωρίζει ευκρινώς. Ακολούθησε την ίδια πορεία με το εν λόγο αυτοκίνητο, το οποίο έστριψε αριστερά χωρίς να βγάλει φλας στο χωματόδρομο , δηλαδή στον παλιό δρόμο όπου βρέθηκε το άψυχο σώμα της Φιλιώς.

Σε σχετική ερώτηση, γιατί δεν ανέφερε στις μέχρι τότε καταθέσεις του ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων τα ανωτέρω γεγονότα, απάντησε ότι φοβόταν πάρα πολύ για τη ίδια του τη ζωή και πίστευε ότι αν καταθέσει την αλήθεια, θα μπορούσε να θεωρηθεί ένοχος και οι αστυνομικοί δεν θα τον πίστευαν.

Ο Παναγιώτης Μ

Ο 31χρονος Παναγιώτης Μ, τον οποίο ανέφερε στην κατάθεση του ο Ηλίας Ζ, κατοικούσε μόνιμα στην Πτολεμαΐδα. Την παιδική και εφηβική του ηλικία την πέρασε υπό ομαλές οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες. Έχοντας τελειώσει το γυμνάσιο, μην έχοντας κάποια ιδιαίτερη κλίση στα γράμματα, συνέχισε την φοίτηση του για άλλα τρία χρόνια σε σχολή του ΟΑΕΔ ακολουθώντας την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή, το οποίο εξασκούσε ως επάγγελμα μετά την ολοκλήρωση της φοίτησης του.

Κατοικώντας σε μία επαρχιακή πόλη, μη έχοντας ιδιαίτερη παιδεία και καλλιέργεια, προτιμούσε για τη ψυχαγωγία του τα καφενεία, τις καφετέριες και τα νυκτερινά μπαρ της πόλης, των οποίων έγινε τακτικός θαμώνας. Εκεί γνώρισε αρκετές γυναίκες, όμως πάντα του άρεσαν οι μεγαλύτερες σε ηλικία. Εξάλλου δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι στις 24-12-2004 παντρεύτηκε με μία μεγαλύτερη του κατά πέντε χρόνια γυναίκα. (Από τις έρευνες της Ασφάλειας  δεν προέκυψε ποτέ η δημιουργία σχέσης του με ανήλικες κοπέλες).

Έμενε σε ιδιόκτητη διώροφη οικοδομή στις οποίας τον πρώτο όροφο έμεναν οι γονείς μαζί με την ανύπαντρη αδερφή του, στον δεύτερο όροφο ο ίδιος, και μετέπειτα μαζί με την γυναίκα του. Οι γονείς του διατηρούσαν εξοχική κατοικία στη Βλάστη, στην οποία πήγαινε κάθε Σαββατοκύριακο τους θερινούς μήνες για ξεκούραση.

Η κατάθεση του Παναγιώτη Μ

Οι αστυνομικοί της Ασφάλειας, έχοντας την μαρτυρία του Ηλία Ζ η οποία τοποθετούσε τον Παναγιώτη Μ το κρίσιμο χρονικό διάστημα στον χώρο όπου βρέθηκε δολοφονημένη η 15χρονη Φιλιώ, τον προσήγαγαν για κατάθεση. Ο Παναγιώτης Μ αρνήθηκε στην κατάθεση του την οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση, δηλώνοντας ισχυριζόμενος ότι δεν γνώριζε την 15χρονη.

Σε ερώτηση των αστυνομικών για το τι έκανε το κρίσιμο χρονικό διάστημα ανέφερε στην κατάθεση του ότι «Φθάσαμε σπίτι στην Πτολεμαΐδα περί τις 23.15.  Αφού φάγαμε με την αδελφή μου, βγήκα πεζός να πάρω τσιγάρα από το πλησιέστερο περίπτερο, που απέχει από το σπίτι μου περίπου 1 χιλιόμετρο. Όταν επέστρεψα στο σπίτι μας, τηλεφώνησα στην αρραβωνιαστικιά μου από το σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού και στην συνέχεια κοιμηθήκαμε μαζί με την αδελφή μου στην κουζίνα, προκειμένου να με ξυπνήσει το πρωί για να σηκωθώ να πάω στη δουλειά μου».

Όταν ρωτήθηκε για την 15χρονη Φιλιώ απάντησε «Την 15χρονη δεν την γνώριζα, ούτε την συνάντησα ποτέ».

Η κατάθεση της αδερφής

Μετά την κατάθεση του Παναγιώτη Μ, στις 7 Ιανουαρίου 2005 κλήθηκε για κατάθεση στην ασφάλεια η αδερφή του. Στην κατάθεση της η νεαρή γυναίκα ανέφερε πώς όταν έφτασαν στο σπίτι στην Πτολεμαΐδα , ο αδελφός της πάρκαρε το αυτοκίνητό μέσα στο κλειστό γκαράζ. Μετά την είσοδο τους στο σπίτι, δεν είδαν τηλεόραση και κοιμηθήκανε και οι δυο τους στην κουζίνα περίπου στις  σε δύο διπλανά κρεβάτια.

Έχοντας ξυπνήσει η ίδια νωρίς το πρωί της Δευτέρας στις 5 Ιουλίου 2004, πήγε και ξύπνησε τον αδελφό της στις 07.00 ώρα, ο οποίος αφού ντύθηκε,  στις 07.30 έφυγε για τη δουλειά του, στην εταιρία, όπου εργαζόταν ως συγκολλητής.

Στην ερώτηση των αστυνομικών, εάν από το σταθερό τηλέφωνο της πατρικής οικίας τους τηλεφώνησε ο αδελφός της κάπου την 4/7/2004 μετά την άφιξή τους στην Βλάστη «Δεν θυμάμαι καλά, αλλά νομίζω ότι μου είπε ο αδελφός μου ότι θα πάρει τηλέφωνο στην αρραβωνιαστικιά του».

Στον Ανακριτή 

Από όλη την προανακριτική διαδικασία των καταθέσεων των εμπλεκομένων προσώπων προέκυψαν πολλές αντιφάσεις, οι οποίες κατέστησαν τον Παναγιώτη Μ ως κύριο ύποπτο για τον φόνο της 15χρονης Φιλιώς Αντωνιάδου. Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Παναγιώτης Μ προσπάθησε να δημιουργήσει άλλοθι, υπαγορεύοντας στην αδελφή του αυτά που έπρεπε να καταθέσει στην προανάκριση, προσπαθώντας να διαλύσει, ή να αμβλύνει τις υποψίες σε βάρος του.

Καθώς αποκαλύφθηκαν αρκετά στοιχεία, οδήγησαν στον σχηματισμό δικογραφίας, την παραπομπή του Παναγιώτη Μπ. στην Εισαγγελική Αρχή και τέλος στην Τακτική Ανακρίτρια για να απολογηθεί ως ύποπτος για ανθρωποκτονία από πρόθεση.

Ο Παναγιώτης Μ ενώπιον της ανακρίτριας επέμενε ότι δεν είχε καμία συμμετοχή στο έγκλημα, εμμένοντας στην αθωότητα του. Κατέθεσε πώς το απόγευμα του Σαββάτου 3 Ιουλίου 2004 βρισκόταν στο σπίτι του, στην Πτολεμαΐδα όπου κατοικούσε με τους γονείς του. Είχε ετοιμαστεί να πάει μαζί με την αδελφή του στη Βλάστη, στο εξοχικό για να περάσει εκεί το Σαββατοκύριακο.

Ενώ ήταν έτοιμος για την αναχώρηση, έφθασε στο σπίτι του ο μαρμαράς, με τον οποίο είχαν  προσυμφωνήσει να τοποθετήσει πλακάκια στα δάπεδα, στα μπαλκόνια και στα μπάνια, μάρμαρο στην σκάλα. Ο μαρμαράς είχε μαζί του τα εργαλεία και το ανυψωτικό μηχάνημα (ανεβατόρι), το οποίο σκόπευε να «στήσει» από το Σάββατο, για να αρχίσει αμέσως την εργασία του το πρωί της Δευτέρας (5/7), όμως ο ίδιος τον απέτρεψε και έφυγε για την Βλάστη, όπου έφτασε περίπου στις 18.00 το απόγευμα.

Αφού ξεκουράστηκε, γύρο στις 21.00 με 21.30 πήγε στην καφετέρια όπου συνάντησε τους φίλους του, έμεινε μαζί τους μέχρι τις 01.00 και κατόπιν επέστρεψε στο σπίτι της οικογένειας στην Βλάστη, όπου  κοιμήθηκε. Πηγαίνοντας σπίτι του, δεν είχε οπτική επαφή με το σπίτι των γονέων της Φιλιώς, την οποία ανέφερε πώς δεν την γνώριζε.

Το πρωί της Κυριακής (4/7) βοήθησε τον κτηνοτρόφο φίλο του Δημήτρη Γ να μεταφέρει τα πρόβατα στο νέο του μαντρί και στις 15.00 επέστρεψε στο σπίτι. Το απόγευμα της Κυριακής, γινόταν γάμος της γειτόνισσάς του, αλλά τελικά ο ίδιος δεν πήγε. Το βράδυ, περίπου στις 21.00′ συναντήθηκε με τους φίλους του, με τους οποίους κάθισαν στην καφετέρια για να δούνε τον αγώνα. Λίγο αργότερα προστέθηκε στην παρέα τους ο Ηλίας Ζ. Επειδή δεν ήταν φίλαθλος, λίγο πριν από την λήξη του Α’ ημιχρόνου έφυγε από την καφετέρια, προφασιζόμενος ότι θα πήγαινε το πρωί στην εργασία του.

Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι μετέβη με τα πόδια στο σπίτι, όπου τον περίμενε η αδελφή του, και στις 22.30 έφυγαν για την Πτολεμαΐδα, όπου έφθασαν στις 23.00. Έβαλε το αυτοκίνητο του στο γκαράζ, μετέφερε με την αδελφή του τα πράγματα στο σπίτι και πήγε στο περίπτερο να αγοράσει τσιγάρα επειδή η μάρκα του (NEXT) δεν υπήρχε στο χώρο της εργασίας του. Αφού αγόρασε τσιγάρα, στις 23.30 επέστρεψε σπίτι, τηλεφώνησε στην αρραβωνιαστικιά του, και κοιμήθηκε στο κρεβάτι της κουζίνας. Το πρωί της Δευτέρας τον ξύπνησε η αδελφή του για την εργασία, πήγε στην Τράπεζα, για να δει το ποσό των χρημάτων που είχε. Γύρισε έβαλε τα ρούχα της δουλειάς, όμως ήρθε ο μαρμαράς και δεν πήγε στη δουλειά.

Η κατάθεση του Ηλία Ζ

Στις 19 Σεπτεμβρίου 2005 κλήθηκε για κατάθεση στην Ανακρίτρια ο μάρτυρας Ηλίας Ζ, του οποίου οι καταθέσεις ουσιαστικά οδήγησαν στην προσαγωγή του Παναγιώτη Μ στην δικαιοσύνη ως κατηγορούμενου για την δολοφονία της 15χρονης.

Στην κατάθεση του, ο μάρτυρας Ηλίας Ζ ανέφερε πώς έφυγε από την καφετέρια μετά της 12 το βράδυ. Φεύγοντας με το αυτοκίνητό του, περνώντας από την πάροδο που οδηγούσε στην οδό που διέρχεται ανάμεσα από το Δημοτικό Σχολείο και την εκκλησία του Αγίου Μάκρου , είδε παρκαρισμένο το αυτοκίνητο μάρκας Rover του Παναγιώτη Μ, ενώ ταυτόχρονα είδε μία νεαρή κοπέλα η οποία αφού διέσχισε κάθετα τον κεντρικό δρόμο να μπαίνει στο εν λόγο αυτοκίνητο.

Ο οδηγός του Rover έθεσε το όχημα σε κίνηση με αποτέλεσμα να του κλείσει το δρόμο και να μην μπορεί να προχωρήσει λόγο της ιδιαιτερότητας του δρόμου. Όταν τα φώτα του αυτοκινήτου του έπεσαν πάνω στο Rover, είδε τον Παναγιώτη Μ να του κάνει νόημα να περάσει, πράγμα που ήταν αδύνατο έτσι όπως ήταν τα αυτοκίνητά. Τότε ο οδηγός του Rover έκανε λίγο όπισθεν για να διευκολυνθεί το αυτοκίνητό του να στρίψει και ξεκίνησε πρώτος, με τον μάρτυρα να τον ακολουθεί. Συνεχίζοντας την πορεία, βγαίνοντας από το χωριό, μπροστά στη διασταύρωση από το ξενοδοχείο, ο μάρτυρας είδε το Rover να είναι σταματημένο, με αναμμένα τα φώτα και τη μηχανή και ταυτόχρονα το χέρι του Παναγιώτη Μ έξω από το παράθυρο του οδηγού, να του κάνει νόημα να σταματήσει.

Μόλις έφτασε δίπλα από το αυτοκίνητό του, σταμάτησε να δει τι τον θέλει και εκείνος του είπε «πάω το κορίτσι στην Πτολεμαΐδα και μην πεις σε κανένα ότι είχα την κοπέλα μαζί γιατί θα σε κάνω κιμά. Βλέποντας την κοπέλα, η φυσιογνωμία της μου φάνηκε οικεία, αλλά δεν γνώριζα το όνομα της. Την κοπέλα αναγνώρισα μετά από δύο μέρες στο Τμήμα Ασφάλειας, κατά την επίδειξη φωτογραφιών και ήταν η Φιλιώ».

Στην συνέχεια τα αυτοκίνητα συνέχισαν την πορεία τους. O μάρτυρας προσπάθησε να προσπεράσει το Rover ανεπιτυχώς, γιατί ο οδηγός του έκλεισε τον δρόμο, όμως ξαφνικά χωρίς να ανάψει φλας και χωρίς να φρενάρει, έστριψε και εισήλθε σε έναν χωματόδρομο ο οποίος ήταν η παλιά εθνική οδός.

«Ανέκοψα την ταχύτητα του αυτοκινήτου μου, προβληματισμένος για τη συμπεριφορά του. Διένυσα περίπου 4 χιλιόμετρα όταν αποφάσισα να επιστρέψω στο χωματόδρομο που μπήκε το Rover. Αφού διέγραψα μια πορεία 50 μέτρων από την άσφαλτο, τα φώτα του αυτοκινήτου μου έπεσαν πάνω σε ένα αποκρουστικό θέαμα. Δεξιά του δρόμου όπου ήταν σταθμευμένο το Rover, στα αριστερά του λίγο πίσω, ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα και ακίνητη η κοπέλα που είχα δει λίγο πριν στο αυτοκίνητό. Ο δε Παναγιώτης Μ στεκόταν πάνω από την κοπέλα όρθιος και να κρατά με τα δυο του χέρια μια πέτρα».

«Μόλις με αντίκρισε κινήθηκε απειλητικά εναντίον μου με την πέτρα λέγοντας μου επί λέξει «Σταμάτα ρε πούστη, έτσι γούσταρα και τη σκότωσα και αν πεις κάτι θα πω ότι το κάναμε μαζί. Σταμάτα θα σε σκοτώσω. Βλέποντας το θέαμα και τον κατηγορούμενο να με απειλεί, τρομοκρατημένος έβαλα όπισθεν και έφυγα».

«Στις 10-7-2004 (Σάββατο), κοντά στην έξοδο του χωριού με σταμάτησαν Παναγιώτης Μ με έναν φίλο του. Πλησίασαν το αυτοκίνητό μου, και μου είπε ο δράστης «θα γεμίσεις κανένα λάκκο άμα μιλήσεις» και άλλες παρόμοιες απειλές, ταυτόχρονα δε ο φίλος του βγάζοντας ένα πιστόλι, που δεν ξέρω αν ήταν αληθινό ή ψεύτικο, το έστριψε προς το μέρος μου και μου είπε «για να μην πεθάνεις πριν την ώρα σου, να μην μιλήσεις ποτέ. Στη συνέχεια, από το άνοιγμα του παραθύρου μου πέταξαν στο εσωτερικό του αυτοκινήτου μου μια δεσμίδα με χαρτονομίσματα των 50, 100 και 200 €, συνολικής αξίας 2.000,00 €. Στη συνέχεια οι δυο τους αποχώρησαν βιαστικά. Το πρωί της ίδια μέρας πήγα έξω από το σπίτι του φίλου του κατηγορούμενου και πέταξα τα χρήματα στο μπαλκόνι του σπιτιού του» .

Η συμπληρωματική κατάθεση της αδερφής

Στις 23 Σεπτεμβρίου 2005, μερικές μέρες μετά την κατάθεση του κατηγορούμενου Παναγιώτη Μ στην ανακρίτρια, η αδελφή του πήγε στην ανακρίτρια και προχώρησε στην αλλαγή της αρχικής της κατάθεσης.

Ενώ στην αρχική της κατάθεση ανέφερε ότι τον ξύπνησε και έφυγε στην δουλειά, στην δεύτερη κατάθεση της ανέφερε ότι «το πρωί της Δευτέρας, ξύπνησα τον αδερφό μου για να πάει στη δουλειά του. Έφυγε  από το σπίτι αλλά δεν πήγε στη δουλειά του, πήγε στην Τράπεζα για να πάρει χρήματα και να πληρώσει τους εργάτες. Όταν επέστρεψε από την Τράπεζα για να αφήσει τα χρήματα στο σπίτι (τα οποία τελικά δεν πήρε την ημέρα εκείνη), ήλθε μαρμαράς, τον οποίο βοήθησε να στήσει το ανεβατόρι, και έτσι τελικά δεν πήγε στη δουλειά του»…

Σε ερώτηση της ανακρίτριας σχετικά με τον ισχυρισμό του αδελφού τη ότι τηλεφώνησε στην αρραβωνιαστικιά του, κατέθεσε, ότι «είπε ότι θα έπαιρνε τηλέφωνο στην τότε κοπέλα του, αλλά δεν ήξερε αν την κάλεσε από το σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού».

Η κατάθεση της αρραβωνιαστικιάς

Η αρραβωνιαστικιά του Παναγιώτη Μ στην οποία φέρεται να τηλεφώνησε ο φερόμενος, σε σχετική ερώτηση της Ανακρίτριας κατέθεσε (στις 29-11-2005) τα εξής:

«Για το θέμα, εάν μου τηλεφώνησε από το πατρικό του σπίτι, στις 23.15 της 4-7-2004, ο τότε αρραβωνιαστικός μου και νυν σύζυγός μου, έχω να πω ότι μίλησα μαζί του, αλλά δεν θυμάμαι εάν ήταν το Σάββατο 3/7 ή την Κυριακή 4/7, γύρω στις 12 το βράδυ. Ο Παναγιώτης μου τηλεφώνησε από το κινητό του τηλέφωνο. Δεν μπορώ να είμαι απολύτως σίγουρη, όμως, αν μιλήσαμε το βράδυ του Σαββάτου 3/7 ή της Κυριακής 4/7. Ο Παναγιώτης μου είπε να καταθέσω στην Ασφάλεια ότι μου τηλεφώνησε από το σταθερό τηλέφωνο του πατρικού του σπιτιού το βράδυ της Κυριακής 4-7-04, γιατί φοβήθηκε από τις πολλές φορές που τον καλέσανε στην Ασφάλεια για να καταθέσει…».

Δίκη

Από όλη την προανακριτική διαδικασία των καταθέσεων των εμπλεκομένων προσώπων προέκυψαν αντιφάσεις, οι οποίες κατέστησαν τον Παναγιώτη Μ ύποπτο για τον φόνο της 15χρονης Φιλιώς Αντωνιάδου. Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Παναγιώτης Μ προσπάθησε να δημιουργήσει άλλοθι, υπαγορεύοντας στην αδελφή του αυτά που έπρεπε να καταθέσει στην προανάκριση, προσπαθώντας να διαλύσει, ή να αμβλύνει τις υποψίες σε βάρος του.

Οι ανακριτικές αρχές έχοντας συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία και τις καταθέσεις των εμπλεκομένων προσώπων, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όλα συνηγορούν στην ενοχή του Παναγιώτη Μ με αποτέλεσμα να εκδοθεί βούλευμα με το οποίο παραπέμφθηκε σε δίκη, αντιμέτωπος με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση.

Το 2006 ο Παναγιώτης Μ κάθισε στο εδώλιο του κατηγορουμένου στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καστοριάς αντιμετωπίζοντας την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Ο κατηγορούμενος στην ερώτηση του Προέδρου του δικαστηρίου στην αρχή της ακροαματικής διαδικασίας περί ενοχής του, δήλωσε αθώος.

Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε με την κατάθεση των γονέων της Τριανταφυλλιάς Αντωνιάδου που, ζήτησαν την απόδοση δικαιοσύνης και παραδειγματική τιμωρία του ενόχου.

Η κατάθεση της Αδερφής

Η αδερφή του κατηγορούμενου κατέθεσε στο δικαστήριο πώς ο κατηγορούμενος ήρθε και την πήρε στις 22.30 «Στις 22.30 η ώρα ήρθε ο αδελφός μου, με πήρε και στις 11 η ώρα ήμασταν στο σπίτι. Μετά δεν βγήκε έξω. Δεν θυμάμαι αν βγήκε για τσιγάρα».

Αναφορικά με το πρωί της Δευτέρας, η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε, ό,τι και στην Ανακρίτρια. Όταν της επισημάνθηκε από έδρας η μεταβολή της κατάθεσής της στο ως άνω σημείο, εκείνη απάντησε ότι « Πιεστικά με ρωτούσαν στην Αστυνομία. Όταν κατέθετα, φοβόμουνα μήπως ενοχοποιηθεί ο αδελφός μου…».

Η κατάθεση του βασικού μάρτυρα κατηγορίας

Ο Ηλίας Ζ ο οποίος ήταν μάρτυρας κατηγορίας, στην κατάθεση του, επιβεβαίωσε για μία ακόμη φορά ότι ο Παναγιώτης Μπ ήταν ο δράστης της δολοφονίας.

«Την Κυριακή το απόγευμα πήγα στην Βλάστη, είδα τον αγώνα στην πλατεία, όπου βρήκα τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος στο πρώτο ημίχρονο έφυγε και εγώ έφυγα μετά το τέλος του αγώνα, γύρω στις 12.15′ η ώρα. Πήρα το αυτοκίνητο να φύγω, βγήκα στο σχολείο, όπου είδα τον κατηγορούμενο και το κοριτσάκι να μπαίνει μέσα στο αυτοκίνητό του.  Τον είδα που μπήκε στο χωματόδρομο, εγώ μιλούσα στο τηλέφωνο με την φίλη μου και μετά γύρισα πίσω, γιατί υπέθεσα ότι κάτι θα έγινε».

«Είδα το κοριτσάκι κάτω κι αυτόν με την πέτρα, εγώ μέσα από το αυτοκίνητο, του είπα τι έκανες, ήρθε πάνω μου με την πέτρα και μου είπε “σταμάτα ρε πούστη, θα σε σκοτώσω, θα πω ότι το κάναμε μαζί”. Έφυγα αμέσως γιατί φοβήθηκα για την ζωή μου, θα με καθάριζε κι εμένα. Με πέταξαν 2.000 ευρώ στο αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος και φίλος του, πού θα ήξερα εγώ ότι είχε βγάλει χρήματα από την Τράπεζα; Τα χρήματα τα πέταξα μετά στο μπαλκόνι του φίλου του. Δεν πήγα στην Αστυνομία αμέσως, λόγω φόβου και τρόμου».

«Την άλλη ημέρα πήγα στο χωριό, πήγα να πάρω τσιγάρα και ήρθε και ο κατηγορούμενος και μου έκανε μία χειρονομία στο λαιμό, ότι θα με σφάξει. Μετά πήγα να πληρώσω ένα πρόστιμο για αλκοτέστ και μ’ έψαχνε η Αστυνομία κι εγώ κρυβόμουνα. Μετά ο δικηγόρος μου, μου είπε ότι δεν σε θέλουν γι’ αυτό , για άλλο λόγο σε ψάχνουν. Κάποιος πήρε τηλέφωνο από τη Βλάστη  στην Αστυνομία και τους είπε ότι την αλήθεια την ξέρω εγώ».

«Με ρώτησαν στην Αστυνομία πού είναι η κοπέλα και εγώ είπα δεν ξέρω τίποτα. Δεν πήγα στην Αστυνομία αμέσως, γιατί δεν θα με πίστευαν. Αν έλεγα πού είναι το παιδί, θα το χρέωναν σε μένα. Την Τετάρτη ξαναπήγα στην Αστυνομία και με πίεζαν και εγώ τους είπα, αν θέλετε να μάθετε, φέρτε τον κατηγορούμενο να μάθετε, αλλά αυτοί δεν τον έφεραν. Πολλοί είδαν στη Βλάστη, αλλά δεν μιλάνε.  Στη Βλάστη από τους 100 οι 99 τον κάλυψαν. Εγώ πήγα φυλακή εξαιτίας του. Σε κανάλια βγήκα και έδωσα συνεντεύξεις. Έβγαινα παντού, γιατί με κυνηγούσε να με σκοτώσει».

Η απολογία του κατηγορούμενου

Απολογούμενος στο Δικαστήριο, ο Παναγιώτης Μ επέμενε ότι δεν είχε καμία συμμετοχή στο έγκλημα, εμμένοντας στην αθωότητα του. Κατέθεσε πώς το απόγευμα του Σαββάτου 3 Ιουλίου 2004 βρισκόταν στο σπίτι του, στην Πτολεμαΐδα όπου κατοικούσε με τους γονείς του και στην συνέχεια μετέβη με την αδερφή του στη Βλάστη, στο εξοχικό, για να περάσει εκεί το Σαββατοκύριακο. Πριν φύγουν για την Βλάστη, έφθασε στο σπίτι του ο μαρμαράς ο οποίος ήθελε να κάνει προετοιμασία για τις εργασίες που θα πραγματοποιούσε, όμως ο ίδιος τον απέτρεψε και έφυγε για την Βλάστη όπου έφτασε περίπου στις 18.00 το απόγευμα.

Αφού ξεκουράστηκε, γύρο στις 21.00 με 21.30 πήγε στην καφετέρια όπου συνάντησε τους φίλους του, έμεινε μαζί τους μέχρι τις 01.00 και κατόπιν επέστρεψε στο σπίτι της οικογένειας στην Βλάστη, όπου  κοιμήθηκε. Πηγαίνοντας σπίτι του, δεν είχε οπτική επαφή με το σπίτι των γονέων της 15χρονης  Φιλιώς, την οποία ανέφερε και πάλι πώς δεν την γνώριζε.

Το πρωί της Κυριακής (4/7) βοήθησε τον κτηνοτρόφο φίλο του στην μεταφορά των προβάτων και στην συνέχεια επέστρεψε στο σπίτι. να μεταφέρει τα πρόβατα στο νέο του μαντρί και στις 15.00 επέστρεψε στο σπίτι. Το βράδυ, συναντήθηκε με τους φίλους του, με τους οποίους κάθισαν στην καφετέρια για να δούνε τον αγώνα, και  λίγο πριν από την λήξη του Α’ ημιχρόνου έφυγε προφασιζόμενος ότι θα πήγαινε το πρωί στην εργασία του.

«Όταν έφτασα στην Πτολεμαΐδα, έβαλα το αυτοκίνητο του στο γκαράζ, και αφού τακτοποίησα τα πράγματα πήγα στο περίπτερο να αγοράσω τσιγάρα. Στην συνέχεια επέστρεψα σπίτι, είπα στην αδερφή μου να πάρω τηλέφωνο την αρραβωνιαστικιά μου, αλλά δεν την πήρα και κοιμηθήκαμε στο κρεβάτι της κουζίνας. Το πρωί της Δευτέρας με ξύπνησε η αδελφή μου για να πάω στην εργασία., όμως πήγα πρώτα στην τράπεζα για να δω το ποσό των χρημάτων που είχα για να πληρώσω τους εργάτες. Όταν γύρισα έβαλα τα ρούχα της δουλειάς, όμως ήρθε ο μαρμαράς και δεν πήγα στη δουλειά. Δεν έχω καμία σχέση με την υπόθεση, δεν γνώριζα, ούτε συνάντησα την 15χρονη» ανέφερε κλείνοντας την απολογία του.

Η απόφαση

Παρόλο που παρουσιάστηκαν εκτενώς στο δικαστήριο, τα έγγραφα, τα πορίσματα, οι αντιφάσκουσες και αλληλοσυμπληρούμενες διαδοχικές καταθέσεις του βασικού μάρτυρα κατηγορίας Ηλία Ζ με την απολογία του κατηγορουμένου που οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο δράστης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, η απόφαση του δικαστηρίου ήταν εντελώς αντίθετη με τα όσα προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Και ναι μεν η συμπεριφορά του κατηγορουμένου μετά την ανθρωποκτονία κρίθηκε περίεργη, η προσπάθεια του να δημιουργήσει άλλοθι ήταν πασιφανής, τα στοιχεία, τουλάχιστον για τους ενόρκους, δεν ήταν επαρκή για την κήρυξη του ως ενόχου.

Ενώ οι τακτικοί δικαστές έκριναν τον κατηγορούμενο Παναγιώτη Μ ένοχο, τέσσερα μέλη του Δικαστηρίου, δηλαδή οι ένορκοι, έκριναν ότι δεν υπάρχουν πλήρεις αποδείξεις ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας για την οποία κατηγορείτο και με 4 ψήφους έναντι των 3 ψήφων τακτικών δικαστών ο κατηγορούμενος κρίθηκε αθώος λόγο αμφιβολιών.

Κατόπιν αυτών, λόγω ελάχιστων αμφιβολιών, οι οποίες ήταν υπέρ του κατηγορουμένου, οι ένορκοι έκριναν και αποφάσισαν ότι «πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της πράξεως της ανθρωποκτονίας που του αποδίδεται», με αποτέλεσμα ο Παναγιώτης Μπ να φύγει ελεύθερος από το δικαστήριο προκαλώντας την οργή των συγγενών και της τοπικής κοινωνίας.

Η Δεύτερη Δίκη στο Εφετείο

Στις 7 Φεβρουαρίου 2008 ο 35χρονος Παναγιώτης Μπ κάθισε στο εδώλιο του κατηγορούμενου στο Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Κοζάνης για να δικαστεί σε δεύτερο βαθμό, καθώς ο εισαγγελέας του δικαστηρίου της Καστοριάς, ο οποίος δεν πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου κατέθεσε ένσταση κατά της πρωτόδικης απόφασης. Την ένσταση έκανε δεκτή ο αντιεισαγγελέας εφετών Κοζάνης ο οποίος άσκησε έφεση, οπότε η υπόθεση οδηγήθηκε εκ νέου σε δίκη.

Πρώτοι κατέθεσαν οι γονείς της ανήλικης, ως μάρτυρες κατηγορίας, ζητώντας απόδοση δικαιοσύνης. Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής της η μητέρα του θύματος ξέσπασε αρκετές φορές. Και οι δύο υποστήριξαν πως δολοφόνος του παιδιού τους ήταν ο Παναγιώτης  Μ., για τον οποίο είπαν ότι «κατασκεύασε ψεύτικα άλλοθι» την επόμενη ημέρα του εγκλήματος.

Παρόλου που στο δικαστήριο παρουσιάστηκαν όλα τα στοιχεία που αποδείκνυαν την εμπλοκή του κατηγορουμένου, το δικαστήριο για δεύτερη φορά έκρινε τον κατηγορούμενο Παναγιώτη Μ αθώο λόγο αμφιβολιών. Όπως στο πρωτόδικο, έτσι και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο κατηγορούμενος κέρδισε την αθωότητα του με τις ψήφους των 4 ενόρκων που υπερίσχυσαν των 3 τακτικών δικαστών.

Η αθωωτική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, για δεύτερη φορά, προκάλεσε οργή στην τοπική κοινωνία.

Στον Άρειο Πάγο

Στις 28 Ιανουαρίου 2009 ο αρμόδιος εισαγγελέας του Ανώτατου δικαστηρίου της χώρας, τον Άρειο Πάγο, παρουσίασε μία αναλυτική και τεκμηριωμένη πρόταση αναίρεσης της δίκης και αναπομπής της υπόθεσης στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας για την επανεξέταση της.

Οι δικαστές έκριναν πώς στην απόφαση που λήφθηκε στο Εφετείο, δεν αιτιολογήθηκε από τα 4 μέλη, τους ενόρκους, με παράθεση πραγματικών περιστατικών, κρίσεων και συλλογισμών, γιατί ενώ η πλειοψηφία δέχτηκε ότι «ναι μεν η συμπεριφορά του κατηγορουμένου μετά την ανθρωποκτονία κρίθηκε περίεργη και η προσπάθειά του να δημιουργήσει άλλοθι ήταν αδικαιολόγητη» το πώς καταλήξανε στην κρίση «ότι δεν υπάρχουν πλήρεις αποδείξεις ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας που κατηγορείται», η οποία οδήγησε στην αθώωση του.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι δικαστές του Αρείου Πάγου να αποφασίσουν την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3/2008 απόφασης του ΜΟΕ Δυτικής Μακεδονίας και την αναπομπή της υπόθεσης για νέα δίκη στο ίδιο δικαστήριο.

Η σημαντική αυτή απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου ανέτρεψε τα πάντα, καθώς η προηγούμενη αθωωτική απόφαση για τον 37χρονο κατηγορούμενο Παναγιώτη Μ. που κρίθηκε αθώος με ψήφους 4-3 (αθώος είχαν ψηφίσει οι 4 ένορκοι, ενώ ένοχος ψήφισαν οι 3 τακτικοί δικαστές), δεν ήταν τελεσίδικη, όπως μέχρι τώρα διαφαίνονταν.

Ξανά στο Εφετείο και αναβολή

Η επανεξέταση από το Εφετείο είχε προσδιοριστεί αρχικά για την 1η Οκτωβρίου 2009, όμως λόγω του ότι η δίκη συνέπεσε με την εβδομάδα των εθνικών εκλογών αναβλήθηκε για τις 4 Φεβρουαρίου του 2010.  Τον Φεβρουάριο η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω της απουσίας του συνηγόρου του κατηγορουμένου για λόγους υγείας, και η πολιτική αγωγή κατέθεσε αίτηση να κληθούν για εξέταση νέοι μάρτυρες.

Παράλληλα η οικογένεια του παιδιού ζήτησε διενέργεια εξέτασης βιολογικού υλικού κάθε στοιχείου που υπήρχε, καταγγέλλοντας σφάλματα και παραλείψεις στις προηγούμενες δίκες, επισημαίνοντας ότι δεν είχε προσκομισθεί στο δικαστήριο καν η ιατροδικαστική έκθεση.

Η δίκη πήρε νέα αναβολή για τις 3 Ιουνίου 2010, αλλά ούτε τότε εκδικάσθηκε λόγω της αποχής των δικηγόρων, και ορίστηκε ως νέα ημερομηνία η 1η Δεκεμβρίου 2010. Όμως για μία ακόμη φορά η εκδίκαση της υπόθεσης δεν θα πραγματοποιηθεί λόγω της απουσίας των δικηγόρων των δύο πλευρών.

Τελικά στις 7 Απριλίου 2011 μετά από τέσσερις αναβολές, ξεκίνησε στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας η αναψηλάφηση της δίκης παρουσία νέων μαρτύρων οι οποίοι δεν είχαν κληθεί στις προηγούμενες δίκες.

Η Κατάθεση της Μάνας

Κεντρικό πρόσωπο ήταν η χαροκαμένη μάνα που κατέθετε ενώπιον του δικαστηρίου επί τέσσερις ολόκληρες ώρες, λυγίζοντας αρκετές φορές και κλαίγοντας κατά την διάρκεια της πολύωρης κατάθεσης.

Έκανε έκκληση προς τα μέλη του δικαστηρίου και κυρίως στους ενόρκους, να σκύψουν με περισσότερη προσοχή σε ορισμένες καταθέσεις, οι οποίες αναδεικνύουν πτυχές που δεν αναδείχτηκαν σε προηγούμενες δίκες.  Η μάνα του θύματος εμφανίστηκε βέβαιη ότι ο 39χρονος που κάθεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου είναι ο δολοφόνος του παιδιού της. Με την απόγνωση ζωγραφισμένη από την ατιμωρησία, ζήτησε επιτέλους να λάμψει η αλήθεια και να τιμωρηθεί παραδειγματικά ο ένοχος.

Η μαρτυρία της φίλης

Η φίλη του θύματος Ζωή Σ, κατέθεσε ότι συνομίλησε με τη Φιλιώ στο τηλέφωνο γύρω στις 12 τα μεσάνυχτα της 4ης προς 5 Ιουλίου. Είπε ότι η Φιλιώ της μιλούσε από ένα μέρος με πολύ κόσμο, όπου είχε φασαρία και δεν ακουγόταν καλά, γι’ αυτό τον λόγο πήγε παρά δίπλα σε ένα ήσυχο μέρος, όπου ακουγόταν καλύτερα.

Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η συνομιλία έγινε σε ήρεμο τόνο, συζήτησαν διάφορα πράγματα και αφού ολοκλήρωσαν τη συνομιλία τους, έκλεισαν το τηλέφωνο. Τίποτα από αυτή τη συνομιλία δεν μαρτυρούσε την τραγική συνέχεια, η οποία ακολούθησε με την εξαφάνιση της Φιλιώς, την άγρια δολοφονία της και την εξεύρεση του πτώματος μερικές ημέρες αργότερα.

Μαρτυρία ιδιοκτήτριας καταστήματος

Σημαντική ήταν η κατάθεση μαρτυρίας της ιδιοκτήτριας καταστήματος από την Βλάστη, η οποία κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε τσιγάρα από το κατάστημά της στη Βλάστη, στις 5 Ιουλίου, στις 12 το μεσημέρι, δηλαδή την επόμενη της νύχτας του εγκλήματος.

Η μαρτυρία αυτή κατέρριπτε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ο οποίος είχε καταθέσει προανακριτικά, αλλά και στις προηγούμενες δίκες ότι πήγε να αγοράσει τσιγάρα το βράδυ, αμέσως μετά την επιστροφή του από την Βλάστη.

Η κατάθεση του Αστυνομικού

Ο αστυνομικός, ο οποίος πήρε μαζί με άλλο συνάδελφό του την κατάθεση του βασικού μάρτυρα (Ηλία Ζ. ), ανέφερε ότι τον προσέγγισε το φθινόπωρο της εκείνης χρονιάς, και άρχισε να τον έχει από κοντά αφήνοντας να εννοηθεί ότι γνωρίζει πράγματα για το έγκλημα της Βλάστης. Κι ενώ στην αρχή του έλεγε κάποια σκόρπια πράγματα λίγο καιρό αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2004, του εξομολογήθηκε ότι γνωρίζει το δολοφόνο και ότι είδε το έγκλημα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του αστυνομικού  σημειώθηκε ένταση από την μητέρα της Φιλιώς, η οποία «βγήκε από τα ρούχα» της όταν ένας από τους συνηγόρους υπεράσπισης άφησε υπονοούμενα για τον μάρτυρα (αστυνομικό) ότι μαζί με συνεργάτη του κατασκεύασε δολοφόνο επειδή η αστυνομία δεχόταν μεγάλη πίεση που τόσο καιρό μετά το έγκλημα αυτό έμενε ανεξιχνίαστο.

Η μαρτυρία των δημοσιογράφων

Στην δίκη κατέθεσαν ως μάρτυρες οι δημοσιογράφοι Κώστας Μαυρίδης και Ρόη Βασβατέκη, οι οποίοι πήραν συνέντευξη τον Σεπτέμβριο του 2005 από τον βασικό μάρτυρα Ηλία Ζ.

Οι δύο δημοσιογράφοι υποστήριξαν ότι ο «βασικός πυρήνας» όλων όσων τους είπε ο Ηλίας Ζ, είναι ότι «είδε τον Παναγιώτη Μ να χτυπά με πέτρα το κορίτσι στο πρόσωπο». Σημείωσαν βεβαίως ότι «υπήρξαν αντιφάσεις και επιμέρους διαφορετικά σενάρια», εκ μέρους του μάρτυρα, ωστόσο επέμειναν ότι «ο βασικός πυρήνας» των λεγομένων με τα οποία ο μάρτυρας ενοχοποιεί τον 39χρονο κατηγορούμενο παραμένει.

Η κατάθεση του Αλέξη Ζ

Ενδιαφέρον είχε και η κατάθεση του Αλέξη Ζ, αδελφού του βασικού μάρτυρα κατηγορίας Ηλία Ζ, που φέρεται να είδε τον 39χρονο κατηγορούμενο να χτυπάει με πέτρα το κορίτσι στο κεφάλι. Ο Αλέξης Ζ  που στις δύο προηγηθείσες δίκες αμφισβητούσε την ειλικρίνεια και αξιοπιστία του αδερφού του, υποστήριξε ότι «πείστηκε πως αυτή τη φορά ο αδερφός του έλεγε αλήθεια, παρά τις «μυθοπλασίες» και το αλλοπρόσαλλο» του χαρακτήρα του. Αιτιολόγησε την «αλλαγή πλεύσης» στο γεγονός ότι, όπως είπε ότι «προέκυψαν στη συνέχεια στοιχεία και από την Αστυνομία, που αλλάξαν τα πράγματα».

Η κατάθεση του Αγρότη

Η κατάθεση του κτηνοτρόφου Δημήτρη Γ. ήταν αποκαλυπτική για τις αντιφάσεις που περιείχε, αλλά και για το γεγονός ότι πολλοί ισχυρισμοί και «άλλοθι», καταρρίπτονταν από καταθέσεις άλλων μαρτύρων. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι πήγε τον Αλβανό υπάλληλό του στην εν λόγω δασική περιοχή για να επιλέξει ένα σημείο να κόψει ξύλα. Τον άφησε εκεί και επέστρεψε αργότερα για «να του φέρει το πριόνι». Τότε ο Αλβανός του είπε ότι «βρήκα το κορίτσι που ψάχνουν, βρήκα το πτώμα». Είπε ότι πήγε και ο ίδιος και όντως είδε το πτώμα.

Πριν βρεθεί το πτώμα, ο Αλβανός είπε ότι βρήκε ένα παπούτσι, ενώ ψάχνοντας το δεύτερο παπούτσι έπεσε πάνω στο άψυχο κορμί του θύματος με πολτοποιημένο το κεφάλι. Στο ερώτημα της Πολιτικής Αγωγής «τι έγινε το παπούτσι που βρέθηκε», ο μάρτυρας είπε ότι «το πετάξαμε», με επακόλουθο την παρατήρηση της πολιτικής αγωγής για τη σοβαρότητα της πράξης του, που συνιστά «εξαφάνιση τεκμηρίων εγκλήματος». Ο μάρτυρας συνέχισε την κατάθεση του λέγοντας πώς πήγε στην Αναρράχη «για να πάρει κάποια έγγραφα» από την κοινότητα, ενημέρωσε για την ανεύρεση του πτώματος τον πρώην γραμματέα, ο οποίος και ειδοποίησε την Αστυνομία στην Πτολεμαΐδα.

Ο μάρτυρας, είπε ότι «ο ίδιος βρήκε το πτώμα», αποκρύπτοντας ότι το βρήκε ο Αλβανός υπάλληλός του, επειδή αυτός «φοβόταν να μην μπλέξει». Βεβαίως στη συνέχεια παραδέχτηκε ότι «ήταν η μεγαλύτερη βλακεία…».

Στην ερώτηση για το που βρισκόταν ο ίδιος την κρίσιμη ημέρα 4/7/2004 υποστήριξε ότι βρισκόταν στον Τύρναβο, όπου πήγε να πάρει το φορτηγό. Ο δικηγόρος της οικογένειας της Φιλιώς,  Ν. Κωνσταντόπουλος θεωρώντας ότι ο μάρτυς «συσκοτίζει την αλήθεια», υπέβαλε αίτημα να «κλητευθεί» στο δικαστήριο και ο Αλβανός υπάλληλος, που βρήκε το πτώμα.

Η κατάθεση του Βοσκού

Ο συγκεκριμένος μάρτυρας εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο δικαστήριο, και κατόπιν σχετικού αιτήματος που είχε υποβάλλει στο Εφετείο η οικογένεια του αδικοχαμένου κοριτσιού, καθώς δεν είχε κληθεί στις προηγούμενες δίκες από το δικαστήριο, αφού άγνωστο πως θεωρούσαν όλοι ότι έλειπε στην Αλβανία, ενώ όλα αυτά τα χρόνια ζούσε  και εργάζεται νόμιμα στη χώρα μας, παράλειψη που τονίστηκε από την πολιτική αγωγή.

Ο Αλβανικής υπηκοότητας βοσκός, ο οποίος την ώρα που βοσκούσε το κοπάδι του κτηνοτρόφου στον οποίο εργαζόταν, βρήκε στο χωματόδρομο το αθλητικό παπούτσι του παιδιού και σχεδόν αμέσως εντόπισε στην όχθη του δρόμου και το άψυχο σώμα του, με αποτέλεσμα να υποστεί μεγάλο σοκ. Ο μάρτυρας ανέφερε πώς ενημέρωσε άμεσα τον εργοδότη του, ο οποίος ανέλαβε να ενημερώσει την αστυνομία.

Η Κατάθεση του Ηλία Ζ

Ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας Ηλιας Ζ, επέμεινε στην κατάθεση του ενώπιον του δικαστηρίου για μία ακόμη φορά σθεναρά ότι είδε τον κατηγορούμενο που είχε υποδείξει μερικούς μήνες μετά το έγκλημα, να σκοτώνει το παιδί, λέγοντας ότι τον είδε να κρατά στα χέρια του πέτρα και το παιδί να είναι πεσμένο στο χώμα του εγκαταλειμμένου χωματόδρομου της Βλάστης. Επανέλαβε μάλιστα ότι ο λόγος που δεν κατήγγειλε έγκαιρα στις αρχές ότι είδε τη δολοφονία του παιδιού ήταν ότι ο κατηγορούμενος τον απείλησε ότι θα εμπλέξει και τον ίδιο λέγοντας ότι έκαναν μαζί το φόνο.

Ο Εισαγγελέας

Μετά την εξέταση δεκάδων μαρτύρων και την απολογία του κατηγορουμένου, κατά την οποία υποστήριξε την αθωότητά του, ο  εισαγγελέας, στην αγόρευση του υπογράμμισε ότι «η ακροαματική διαδικασία ήταν αποκαλυπτική», προσθέτοντας ότι «από την αρχή η συμπεριφορά του κατηγορουμένου κινείται ανάμεσα σε αντιφάσεις και ψέματα για να καλύψει την πράξη του».

Εστίασε στο γεγονός ότι από το δικαστήριο παρήλασαν ψευδομάρτυρες, τονίζοντας ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να συγκαλύψει τις κινήσεις του. Έκλεισε την αγόρευση του λέγοντας «Η Φιλιώ έφυγε από τον μάταιο ετούτο κόσμο’ γιατί δεν ενέδωσε στις ανώμαλες ορέξεις του πιο ανώμαλου ζώου του πλανήτη, που είναι ο άνθρωπος».

Απευθυνόμενος κυρίως στους ενόρκους, επισήμανε τις πάμπολλες ενδείξεις που προέκυψαν από την «αποκαλυπτική ακροαματική διαδικασία». Πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου και κάλεσε το δικαστήριο να αξιολογήσει όλα τα παραπάνω στοιχεία και να καταλήξει στην ετυμηγορία του.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι όση ώρα αγόρευε ο εισαγγελέας απαριθμώντας στοιχεία που ενοχοποιούν τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος τον κοιτούσε και τον άκουγε με μία ανεξήγητη απάθεια και ψυχρότητα.

Η Απόφαση

Στις 23 Ιουνίου 2011 το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας που δίκασε την πολύκροτη υπόθεση, έπειτα από αναίρεση κατά της αθωωτικής απόφασης που άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με ψήφους 6-1, αθώωσε τον 39χρονο Παναγιώτη Μ, καθώς σύμφωνα με τον πρόεδρο του δικαστηρίου, «δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο δράστης του εγκλήματος».

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η απόφαση να καθίσταται αμετάκλητη και ο Φάκελος της Υπόθεσης δολοφονίας της 15χρονης Φιλιώς Αντωνιάδου να φέρει την ένδειξη «Ανεξιχνίαστη». 

Η ετυμηγορία του Μικτού Ορκωτού Εφετείου έγινε δεκτή με οργή και αγανάκτηση από τους γονείς και συγγενείς του θύματος.

Πηγή: e-ptolemaios.gr, kozanilife, protothema, giapraki,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Scroll to top
Close
Browse Tags