Η εκτέλεση του Μανούσου Ριτζάκη στον Γέρακα

Στις 15 Ιουλίου 2017 ένας μεσήλικας άντρας βγήκε από το Super Market και κατευθύνεται αμέριμνος απέναντι προς το αυτοκίνητο του μάρκας Mazda 6 το οποίο ήταν σταθμευμένο στη συμβολή της Λ. Μαραθώνος με την οδό Σπατών, στον Γέρακα. Τοποθέτησε τις σακούλες με τα ψώνια στο πορτμπαγκάζ και κάθισε στην θέση του οδηγού.

Προτού βάλει το κλειδί στον διακόπτη της μηχανής, άνοιξε η πόρτα του οδηγού, και χωρίς να προλάβει να δει το πρόσωπο του άντρα που βρέθηκε ξαφνικά δίπλα του, δέχεται τέσσερεις σφαίρες. Δύο στο κεφάλι και δύο στο σώμα.

Ο εκτελεστής μαζεύει τους κάλυκες χωρίς καμία βιασύνη, κλείνει την πόρτα του οδηγού και φεύγει ατάραχος στην αντίθετη κατεύθυνση πεζός, πριν αντιληφθεί κανείς οτιδήποτε.

Λίγο πριν τις τέσσερεις το απόγευμα ένας διερχόμενος διέκρινε στο εσωτερικού του σταθμευμένο Mazda έναν αιμόφυρτο άντρα, πεσμένο προς το κάθισμα του συνοδηγού και έντρομος κάλεσε την Άμεσο δράση.

Η αυτοψία

Στο σημείο έφτασε κλιμάκιο του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής μαζί με τον ιατροδικαστή. Από τον έλεγχο πινακίδων κυκλοφορίας προέκυψε ότι το αυτοκίνητο ανήκει σε Έλληνα, ο οποίος δεν είχε απασχολήσει ποτέ τις Αρχές, ενώ εκκρεμούσε η διασταύρωση αν το θύμα ήταν παράλληλα και ιδιοκτήτης αυτοκινήτου.

Η αυτοψία έδειξε πως το θύμα πυροβολήθηκε στην θέση του οδηγού, από πίσω. Δέχτηκε τέσσερις βολίδες που του προκάλεσαν τραύματα χαμηλά στο κεφάλι και στην ωμοπλάτη, όμως στο σημείο της εκτέλεσης βρέθηκε μόνο μια και κανένας κάλυκας.

Οι αξιωματικοί της Ασφάλειας οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα, πως ο εκτελεστής παρακολουθούσε το θύμα του και επέλεξε το σημείο και το χρόνο θα τον εκτελέσει, έχοντας προσχεδιάσει την πράξη του. Χρησιμοποίησε περίστροφο, έχοντας την ψυχραιμία και το χρόνο να μαζέψει τους κάλυκες και να μην αφήσει ίχνη.

Οι έρευνες

Η ταυτότητα του νεκρού επιβεβαιώθηκε από τους συγγενείς του, οι οποίοι μετέβησαν στον τόπο του εγκλήματος. Το θύμα ήταν ο 59χρονος Μανούσος Ριτζάκης. Δούλευε στην διαφημιστική εταιρεία του κουνιάδου του, ενώ σε λίγο καιρό έβγαινε στην σύνταξη.

Το γεγονός ότι στο παρελθόν υπήρξε δύο φορές υποψήφιος βουλευτής του ΚΚΕ-μλ, και ήταν γνωστός στην περιοχή για το ενδιαφέρον του για τα «κοινά» προβλημάτισε τους έμπειρους αξιωματικούς της Ασφάλειας που ξεκίνησαν ξεκινήσουν την έρευνα της υπόθεσης εστιασμένοι στις επαφές και τις δραστηριότητες του θύματος, προκειμένου να εντοπίσουν το κίνητρο της δολοφονίας.

Από τα σημαντικότερα στοιχεία που ήρθε αμέσως στην επιφάνεια, ήταν το γεγονός ότι ο Μανούσος Ριτζάκης ήταν πατέρας του 23χρονου Ιωσήφ Ριτζάκη ο οποίος βρισκόταν στην φυλακή εν αναμονή της δίκης του για την δολοφονία του 20χρονου φοιτητή Θοδωρή Γαλαζούλα, τον Μάϊο του 2016 στην Πεντέλη για διαφορές που είχαν μεταξύ τους εξαιτίας εμπορίου ναρκωτικών. Παρ όλο που αρχικά δεν υπήρχαν στοιχεία ή ενδείξεις που να συνηγορούν πως οι δυο υποθέσεις συνδέονται, η ΕΛ.ΑΣ θα εστιαστεί στην ενδεχόμενη ύπαρξη της «βεντέτας».

«Βεντέτα»

Η Αστυνομία, από την πρώτη στιγμή είχε αποκλείσει ως κίνητρο την ληστεία. Η γρήγορη εκτέλεση, με φαινομενική ευκολία του δράστη, να πλησιάσει το θύμα και να διαφύγει, η πλήξη του θύματος από κοντινή απόσταση και η στόχευση ζωτικών οργάνων και πάνω απ’ όλα η μη αφαίρεση οποιουδήποτε αντικειμένου του θύματος (πορτοφόλι κλπ).

Στα χέρια της Ασφάλειας περιήλθε αρκετό βιντεοληπτικό υλικό καλής ποιότητας όπου εντοπίστηκε το αυτοκίνητο του θύματος να ακολουθείται σταθερά από άλλο αυτοκίνητο, το οποίο στάθμευσε επίσης έξω από το κρεοπωλείο. Τη στιγμή των μοιραίων πυροβολισμών, κάμερα δεν τις κατέγραψε, καθώς η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε σε «τυφλό» σημείο.

Όμως, κάμερα ενός καταστήματος, κατέγραψε τη σιλουέτα του δράστη, που προσομοίαζε στα χαρακτηριστικά του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, στην ηλικία και στη σωματοδομή, ο οποίος απομακρυνόμενος μετά τη δολοφονία, προσπαθούσε να κρύψει ένα αντικείμενο πάνω του. Λίγο μετά την δολοφονία το συγκεκριμένο αυτοκίνητο έφυγε. Με την κατάλληλη επεξεργασία κατάφεραν να καταγράψουν τον αριθμό του. Ήταν το αυτοκίνητο του 49χρονου Παναγιώτη Γαλαζούλα, πατέρα του Θοδωρή Γαλαζούλα που είχε δολοφονηθεί από τον Ιωσήφ Ριτζάκη, υιό του θύματος Μανούσου Ριτζάκη (Μπορείτε να διαβάσετε για την υπόθεση ΕΔΩ)..

Από την άρση του απορρήτου των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων του Παναγιώτη Γαλαζούλα προέκυψε ότι το στίγμα του κινητού του τηλεφώνου, καταγράφηκε από τις κεραίες στο σημείο όπου διαπράχθηκε η δολοφονία. Παράλληλα προέκυψαν  «αποσπασματικές» κουβέντες στις τηλεφωνικές του συνομιλίες τα πρώτα 24ωρα μετά την δολοφονία.

Από υλικό που συνέλεξαν οι αστυνομικοί από κάμερες στον τόπο του εγκλήματος, τη γύρω περιοχή, καθώς και τα υπόλοιπα στοιχεία της προανάκρισης, που επιβεβαίωναν την ενοχή του 49χρονου, τον  προσήγαγαν στην Ασφάλεια για κατάθεση.

Η σύλληψη

Ο πατέρας του Θοδωρή Γαλαζούλα ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση όταν οδηγήθηκε στην ασφάλεια. Αρχικά δεν θα ομολογήσει παρά μόνο θα εκφράσει  την ικανοποίησή του για τον θάνατο του πατέρα του φονιά του γιου του.

Στους αστυνομικούς είπε «Ο γιος του δολοφόνησε το παιδί μου και έκλεισε δυο σπίτια. Μετά τη δολοφονία του γιου μου, από το γιο του θύματος, κατέρρευσα ψυχολογικά. Θεωρώ ότι ηθικός αυτουργός είναι ο γιος του θύματος Ιωσήφ Ριτζάκης,  υπεύθυνος της καταστροφής της οικογένειάς μου και της δικής του» φέρεται να είπε στους αστυνομικούς.

Ο συλληφθείς αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του έκαναν οι άντρες της Ασφάλειας και αρκέστηκε μόνο να δηλώσει «Δεν ομολογώ το έγκλημα, δεν μετανιώνω, του άξιζε αυτό που έπαθε».

Σε βάρος του 49χρονου σχηματίσθηκε δικογραφία η οποία υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και η υπόθεση παραπέμφθηκε για διενέργεια κυρίας ανάκρισης σε Τακτική Ανακρίτρια απ’ όπου ζήτησε προθεσμία να απολογηθεί.

Η απολογία

Η απολογία του Παναγιώτη Γαλαζούλα στον ανακριτή ήταν ασυνάρτητη, αντιφατική, ολιγόλεπτη, και με μια απειλή εναντίον του Ιωσήφ Ριτζάκη, του δολοφόνου του παιδιού του.

Σύμφωνα με τα όσα προέκυψαν μέσα από την απολογία του, ο συλληφθείς από την ημέρα που βρέθηκε δολοφονημένος ο γιος του σε περιοχή της Πεντέλης κλείστηκε στον εαυτό του, δεν μιλούσε σε κανένα από τους οικείους του και μόνο μετά από πίεση των ανθρώπων του περιβάλλοντός του, δέχθηκε να τον δει γιατρός και να τεθεί υπό φαρμακευτική αγωγή.

Περιγράφοντας την κατάσταση στην οποία περιήλθε μετά τη δολοφονία του γιου είπε ότι «ο χρόνος για μένα σταμάτησε όταν είδα νεκρό το γιο μου. Από τότε είμαι ένα κουφάρι χωρίς συνείδηση, κοιμόμουν και ξυπνούσα με συντροφιά τον σκύλο μου. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να φροντίζω το μνημείο του γιου μου που έφτιαξα στο σημείο που τον δολοφόνησαν».

Ο 49χρονος έτρεφε ιδιαίτερη αδυναμία στο γιο του. Θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο γιατί δεν μπόρεσε να τον αποτρέψει από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών που οδήγησε στη δολοφονία του γιου του.

Δεν γνώριζε προσωπικά τον Μανούσο Ριτζάκη. Βρήκε τη διεύθυνση κατοικίας του στο Γέρακα και άρχισε να τον παρακολουθεί, χωρίς, κανείς, ειδικά η οικογένεια του Μανούσου Ριτζάκη, να αντιληφθεί το παραμικρό.

Ο 49χρονος αρνήθηκε τον χαρακτηρισμό του δολοφόνου λέγοντας «δεν θεωρώ ότι έκανα κάτι κακό, δεν νοιώθω τύψεις, δεν είμαι δολοφόνος, αν ήμουν δεν θα έκανα τίποτα μεσημεριάτικα στο κέντρο του Γέρακα»

Σε ότι αφορά τη δολοφονία του Μανούσου Ριτζάκη,αυτοαναιρούμενος, δήλωσε πώς «δεν μετανιώνει γιατί ηθικός αυτουργός είναι ο γιος του που κατέστρεψε δύο οικογένειες. Εγώ δεν νοιώθω τύψεις. Σας λέω μόνο κάτι και να το γράψετε, αν συναντήσω σε κάποια φυλακή το δολοφόνο του γιού μου, θα του πιω το αίμα….”

Ο 49χρονος κρίθηκε προφυλακιστέος  και μεταφέρθηκε στις φυλακές Ναυπλίου ενώ ο 23χρονος Ιωσήφ Ριτζάκης κρατείτο υπόδικος στο Ψυχιατρείο Κορυδαλλού.

Ο φόβος νέας «Βεντέτας»

Η απειλή του Παναγιώτη Γαλαζούλα εναντίον του δράστη που δολοφόνησε τον γιό του Θοδωρή, ανάγκασε τα στελέχη της Δίωξης Εγκλημάτων κατά ζωής να ζητήσουν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης την λήψη μέτρων «ειδικής προστασίας» ώστε να μην υπάρξει συνάντηση των δύο κρατουμένων.

Δεν ήταν δυνατόν να αγνοηθούν οι απειλές καθώς πλησίαζε η δίκη του Ιωσήφ Ριτζάκη, για την δολοφονία του Θοδωρή, στην οποία ο Παναγιώτης Γαλαζούλας θα κατέθετε ως μάρτυρας. Οι αρχές δεν μπορούσαν να διακινδυνεύσουν μία πράξη αυτοδικίας μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου.

Η φονική διένεξη των οικογενειών του θύματος και του δράστη πήγαζε από ισχυρισμούς ότι η οικογένεια του δολοφόνου τον άφηνε ανεξέλεγκτο, του «προσέφερε» όπλα κι όταν έγινε το έγκλημα προσπάθησε να τον απαλλάξει με αμφισβητούμενες εκθέσεις πραγματογνωμόνων. Η άλλη πλευρά έκανε λόγο για «τυφλή εκδίκηση κατά ενός αθώου ανθρώπου».

Οι ανησυχίες της Ελληνικής Αστυνομίας επιβεβαιώθηκαν στις 13 Νοεμβρίου 2017 όταν μέσα στην αίθουσα του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου σημειώθηκαν επεισόδια από την οικογένεια του Θόδωρου Γαλαζούλα και ομάδα φίλων του. Ο φόβος της αστυνομίας εντάθηκε μετά την αντίδραση του Παναγιώτη Γαλαζούλα , κατά τη στιγμή της εισόδου του στην αίθουσα του δικαστηρίου, όπου μεταφέρθηκε για να καταθέσει.

Προφυλακισμένος ο ίδιος για το φόνο του 59χρονου Μανούσου Ριτζάκη και ευρισκόμενος υπό αυστηρή επιτήρηση στην δικαστική αίθουσα με χειροπέδες στα χέρια, έδειξε ότι το μόνο που δεν τον ενδιέφερε ήταν οι κατηγορίες που του αποδίδονται και για τις οποίες αναμένεται να δικαστεί στο μέλλον.

Αντικρίζοντας από λίγα μέτρα απόσταση το δολοφόνο του γιου του, ζητούσε επίμονα εκδίκηση, εκστομίζοντας αναθεματισμούς, ύβρεις και απειλές σε σημείο που ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης, διέταξε την μετακίνηση του στο κρατητήριο του κτιρίου.

Η Δίκη

Μερικούς μήνες αργότερα, στις 4 Ιουλίου 2018 ο Παναγιώτης Γαλαζούλας κάθισε ο ίδιος στο εδώλιο του κατηγορουμένου στο Μικτό Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών. Πριν από την έναρξη της δίκης δημιουργήθηκε ένταση μέσα στην αίθουσα του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, η οποία όμως τέθηκε γρήγορα υπό έλεγχο από την ισχυρή αστυνομική δύναμη, η οποία απομάκρυνε την πρώην σύζυγο του κατηγορουμένου από την αίθουσα του Δικαστηρίου.

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων προέκυψε ότι και οι δύο οικογένειες είχαν σημαδευτεί ανεπανόρθωτα από την υπόθεση της δολοφονίας του Θοδωρή Γαλαζούλα. Ζωντανός «νεκρός» ο πατέρας του Θοδωρή μετά το «θανατικό», σε τραγικά αδιέξοδα ο Μανούσος.

Τον Μανούσο τον έβλεπαν οι φίλοι του στο Γέρακα και δεν τον αναγνώριζαν. Δεν μπορούσε να πιστέψει το κακό που βρήκε το σπιτικό του. Ένας νέος άνθρωπος θαμμένος στη γη από τα χέρια του πρωτότοκου του. Προσπαθούσε να δώσει απαντήσεις στο γιατί και στο πως «ήρθαν έτσι τα πράγματα» αλλά πάντα έφτανε σε αδιέξοδο, εξηγήσεις δεν είχε αλλά και δεν τον άγγιζαν όταν τις άκουγε από φίλους και γνωστούς.

Ο δε μετέπειτα δολοφόνος του, Παναγιώτης Γαλαζούλας ζούσε χαμένος σε έναν δικό του κόσμο πνιγμένος στο μίσος για τον δράστη που δολοφόνησε τον «μονάκριβο» του, και στις τύψεις, καθώς θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο γιατί δεν μπόρεσε να τον αποτρέψει από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών εξ αιτίας των οποίων προκλήθηκε τη ρήξη της σχέσης των δύο νέων με τελική κατάληξη τη δολοφονία του γιου του.

Η απολογία

Ο κατηγορούμενος στην απολογία του δεν έκανε καμία αναφορά στην πράξη της δολοφονίας, παρόλες τις επίμονες ερωτήσεις της έδρας και των τριών δικηγόρων της πολιτικής αγωγής. Την ίδια στάση τήρησε και κατά την διάρκεια της ολιγόλεπτης απολογίας του με μικρές διαφοροποιήσεις τις οποίες επαναλάμβανε.

«Δεν θυμάμαι τι έκανα….», «μάλλον δεν το έκανα εγώ….», «μπορεί και να είμαι εγώ αλλά δεν το θυμάμαι…» ενώ αρκετές φορές ζήτησε να κριθεί ως άτομο με μειωμένο καταλογισμό, πρόταση που τέθηκε και από την υπεράσπιση του, πλην, όμως, δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο.

Ο Εισαγγελέας

Παρ’ όλο που τα μέλη του Δικαστηρίου και η πολιτική αγωγή ζήτησαν κατ’ επανάληψη σε όλη την ακροαματική διαδικασία από τον κατηγορούμενο να επιδείξει μετάνοια του ή έστω τη λύπη του για το θάνατο του Μανούσου Ριτζάκη, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να το πράξει επανειλημμένα.

Ο εισαγγελέας έδρας κατά την αγόρευση του μεταξύ άλλων χαρακτήρισε την δολοφονία του Μανούσου Ριτζάκη από τον Παναγιώτη Γαλαζούλα, ως «αποτρόπαιο και ειδεχθές έγκλημα κατά ενός ανυποψίαστου ανθρώπου» για να συμπληρώσει λίγο, μετά, «ελπίζω να μην υπέφερε αυτός ο άνθρωπος τη στιγμή της δολοφονίας του, να εξέπνευσε γρήγορα και να μη βασανίστηκε, δεν το άξιζε». Στο κλείσιμο της αγόρευσης του, ζήτησε την παραδειγματική τιμωρία του δράστη, ο οποίος δεν έχει δείξει το παραμικρό ίχνος μεταμέλειας, ή μετάνοιας.

Καταδίκη

Η υπεράσπιση του κατηγορούμενου λίγο πριν την έκδοση της απόφασης ζήτησε από το Δικαστήριο να του αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά τη διάπραξη του εγκλήματος.

Το Δικαστήριο, ομόφωνα, απέρριψε την πρόταση της υπεράσπισης και επέβαλλε στον Παναγιώτη Γαλαζούλα την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και ποινή τριών ετών για τα αδικήματα της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας.

Ο καταδικασθείς άσκησε έφεση κατά της απόφασης και υπό την επιτήρηση αυξημένης αστυνομικής δύναμης οδηγήθηκε στις φυλακές του Κορυδαλλού.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Scroll to top
Close
Browse Tags